Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΩΝ ΣΚΙΩΝ. Ο Andrian Villar Rohas και ο William Kentridge στην Αθήνα





#Αθήνα XXI: Μεταφορές της πραγματικότητας I, II

Μεταφορά I, Andrian Villar Rohas: «The Theater o Disappearance» /  Το Θέατρο της εξαφάνισης (Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, Λόφος Νυμφών)

Μεταφορά II, William Kentridge: «Παίξτε τον θάνατο ακόμα πιο γλυκά» (πεζόδρομος Διονυσίου Αρεοπαγίτου)

Δύο εξαιρετικά καλλιτεχνικά γεγονότα διασταυρώνονται αυτή την εποχή στην Αθήνα, κάτω από μια απροσδόκητα κοινή ιδέα: Να μεταμορφώνεις την πραγματικότητα της πόλης σε βιωμένη εμπειρία μιας άλλης πραγματικότητας, εκτός τόπου και χρόνου. Και να μεταφέρεις μέσω της τέχνης «του δρόμου» τον θεατή σε ένα καθεστώς διαρκούς εξερεύνησης και απορίας, ώσπου να αναρωτιέται διαρκώς τι είναι αληθινό και τι είναι ψεύτικο τελικά και σε ποιόν ακριβώς χρόνο διαδραματίζονται κάποια γεγονότα. 
  


# Ανάβαση στον Λόφο των Νυμφών.

Ο αργεντινός καλλιτέχνης Adrian Villar Rojas, μεταμορφώνει τον κήπο των 4,5 στρεμμάτων και το μουσείο του Αστεροσκοπείου σε ένα συγκλονιστικό Θέατρο της εξαφάνισης. Εξωτερικά, στον κήπο, ανακυκλώνει τα ίδια τα υλικά του εδάφους  ή πραγματοποιεί μια φύτευση επιφανείας που μεταμορφώνει όλη την μορφολογία του εδάφους αφήνοντας ωστόσο ανέπαφο το αρχέγονο υπέδαφος. Στο εσωτερικό του Μουσείου αναδιατάσσει όλα τα υπάρχοντα αντικείμενα, ανατρέποντας κάθε ιδέα προϋπάρχουσας μουσειολογικής ταξινόμησης και σκοπεύοντας με τα τηλεσκόπια  μέσα από τα παράθυρα σε ανοίγματα και θέες στο τοπίο, όπως σε κάποιες παλιές γκραβούρες, όπου ο χρόνος μοιάζει να έχει παγώσει σε εικόνες-σύμβολα, για την ακρίβεια σε ένα σύστημα συμβόλων, με επίκεντρο τον βράχο της Ακρόπολης και όχι μόνο. Δεν αποκαλύπτω παραπάνω το αποτέλεσμα της πολύωρης κατάκοπης (αλλά συναρπαστικής) εξερεύνησης. Έχει σασπένς! Στο τέλος πάντως αναρωτιέσαι αν το έργο είναι φτιαγμένο από το «χέρι» της φύσης, του ανθρώπου ή του καλλιτέχνη. Το ίδιο αναρωτιέσαι και για τις χρονικότητες του έργου - τι είναι παλιό και τι καινούργιο! 

video


#Κάθοδος στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου

Κατεβαίνοντας από τον λόφο των Νυμφών, καθώς νυχτώνει, στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου, ένας άλλος καλλιτέχνης, από μια άλλη γωνιά του κόσμου αυτή τη φορά-τη Ν. Αφρική-, ο William Kentridge, στήνει ένα Θέατρο Σκιών στο δρόμο. Τα γνώριμα πρόσωπα –σκιές του Kentridge, διασταυρώνονται με τους θεατές ή τους απλούς περαστικούς του δρόμου, οι οποίοι με την αυτενέργεια τους (χορεύοντας, μιμούμενοι ή τραγουδώντας) γίνονται μέρος του θεάματος και μοιάζει να μετέχουν τελικά μιας διπλής πραγματικότητας. Το τρισδιάστατο σώμα κατοικώντας την μια πραγματικότητα –την υλική,  κατοικεί ταυτόχρονα σαν δισδιάστατη σκιά την άλλη πραγματικότητα –την άυλη. Το βλέμμα βλέπει τον εαυτό του όπως μέσα από ένα κάτοπτρο ή ένα καθρέφτη.

# Οι χαρές του κόσμου αυτού δεν είναι παρά το μαρτύριο της κολάσεως , ιδωμένο αντίστροφα , σ’ έναν καθρέφτη. Με αυτή την πικρή αίσθηση, επιχειρεί τον ορισμό της κόλασης ο Μπόρχες σ’ ένα από τα γραπτά του. Διόλου απίθανο να σκέφτηκε κάπως έτσι και ο Kentridge όταν προετοίμαζε αυτό το έργο για την Αθήνα αυτή την εποχή.

# Ούτως ή άλλως, σ’ αυτή την μοναχική πολύωρη περιπλάνηση μου στην Αθήνα εκείνη τη μέρα,  οι δύο εξαιρετικοί καλλιτέχνες μου έφεραν πολύ συχνά στον νου τον Μπόρχες. Ταίριαζε απόλυτα με ένα είδος παραισθησιακής εμπειρίας του χρόνου και ταυτόχρονης απώλειας ή  ανυπαρξίας της προσωπικής ταυτότητας, θέματα παρόντα στο έργο και των δύο και με τα οποία ο  Μπόρχες πειραματίζεται σε πολλά σημεία του έργου του, ξεκινώντας  κατ’ αρχήν από την ίδια την ταυτότητα του ως καλλιτέχνη. Στο «ο Μπόρχες και εγώ», πίσω από το καλλιτεχνικό προσωπείο υπάρχει το «εγώ» που στην ουσία αμφιβάλλει  εάν πράγματι είναι κάποιος. Και αυτή είναι μια αίσθηση η οποία αισθάνεσαι ότι μπορεί να διαχέεται τελικά από το έργο στον αναγνώστη ή στον θεατή.
«Ένας άνθρωπος είναι όλοι οι άνθρωποι», λέει ο Μπόρχες. «Ό,τι πράττει ένας άνθρωπος είναι σαν να το έπρατταν όλοι οι άνθρωποι».
Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο παραπάνω καλλιτέχνες (ο Andrian Villar Rohas και ο William Kentridge) φέρουν έντονα στο έργο αλλά και στην προσωπικότητα τους  το συλλογικό «τραύμα» του τόπου τους, γεγονός που τους επιτρέπει άλλωστε να προσεγγίζουν το «τραύμα» της Αθήνας αυτή την εποχή με μια υπαινικτική, διακριτική , λυρική και πολιτική ταυτόχρονα ματιά. Χωρίς ίχνος αυθεντίας και αποικισμού.
Βρίσκω τελικά βαθειά ουμανιστική αυτή την τάση της Τέχνης σήμερα.

 Μπόρχες μου ήρθε στο νου επομένως και για έναν άλλο λόγο. Χάριν της Αθήνας!
Ο Μπόρχες ως γνωστόν αγαπούσε πάντα το αλλοτινό Μπουένος Άιρες. Μια φορά, το 1928, που τριγυρνούσε μόνος και δίχως προορισμό στους δρόμους της πόλης του , σταμάτησε για να περιεργαστεί έναν τριανταφυλλί τοίχο: «Έμεινα ακίνητος και περιεργάστηκα εκείνη τη λιτότητα. Σκέφτηκα μεγαλόφωνα κατά πάσα πιθανότητα: Αυτό είναι το ίδιο που ήταν εδώ και τριάντα χρόνια…Φαντάστηκα την εποχή: ακόμη πρόσφατη σε άλλες χώρες, αλλά παρωχημένη ήδη στην άστατη τούτη γωνιά της οικουμένης…»

# Η αδυναμία να διακρίνουμε και να διαχωρίσουμε μια στιγμή του φαινομενικού χθες και μιαν άλλη του φαινομενικού σήμερα , αρκεί για να εξαρθρώσει τον χρόνο, λέει ο Μπόρχες…Η τέχνη μπορεί τελικά να συμβάλλει σ’ αυτή την αναλαμπή, ένα είδος απελευθέρωσης από τα δεσμά και από τα βάσανα του παρόντος χρόνου.

# «Αρνήσου τον χρόνο!» (William Kentridge)…

Φωτεινή Μαργαρίτη (F/M)

Σημειώσεις
1.Φωτογραφίες και βίντεο (λήψεις από κινητό): F/M, Αθήνα 2-6-2017 _στην τοποθεσία Μένω στον Πλανήτη Γη.
2.Πληροφορίες για τα δύο παραπάνω έργα: Andrian Villar Rohas εδώ1
Και William Kentridge
 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου