Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2017

ΜΙΚΡΟΙ ΟΥΡΑΝΟΞΥΣΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ. Όψιμη…ανακάλυψη της Αμερικής.



ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Αναδημοσίευση ενός παλιότερου άρθρου μου, για ένα θέμα το οποίο με διαφορετικές αφορμές επανέρχεται στην επικαιρότητα της Αθήνας διαρκώς (και ειδικότερα σήμερα). Το άρθρο επιχειρεί να αποδείξει ότι η οικοδόμηση μικρών και μεγάλων ουρανοξυστών  στην Αθήνα, εσφαλμένα συνδέεται με την ανάπτυξη της πόλης και μάλιστα ως ένας μονόδρομος. Η επιλογή αυτή προβάλλει ως καινοτομία, ενώ στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει  μια πολύ παλιά αποτυχημένη (στην πράξη)  ιδέα πολεοδομικής και κτιριακής ανάπτυξης των πόλεων στον ευρωπαϊκό χώρο. Το άρθρο αναφέρεται επίσης στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του αθηναϊκού τοπίου που είναι αποτρεπτικά μιας ισοπεδωτικής λογικής, η οποία εξομοιώνει τις νέες επιχειρηματικές παγκόσμιες πόλεις και το μοντέλο σχεδιασμού τους, με μια πόλη σαν την Αθήνα, της οποίας η μελλοντική δυναμική  είναι απολύτως συνδεδεμένη με την τεράστια ιστορική, αρχαιολογική και συμβολική της φόρτιση.


Κατεδάφιση «μικρών ουρανοξυστών» σε προάστιο του Παρισιού

ΑΡΘΡΟ (δημοσιευμένο στις 8 Απριλίου 2012 εδώ)
Τελευταία έχουν δει συχνά την δημοσιότητα απόψεις που υπεραμύνονται  της  οικοδόμησης «μικρών ουρανοξυστών» στην Αθήνα.
Ο αναπληρωτής υπουργός περιβάλλοντος κ.Σηφουνάκης παρουσιάζοντας το νέο γενικό οικοδομικό κανονισμό (ΓΟΚ), τόνισε πως «πρέπει να διαμορφωθεί μια νέα στρατηγική που θα προτάσσει την καθ' ύψος οικοδόμηση προκειμένου να υπάρξει συμπύκνωση της δόμησης και απελευθέρωση του εδάφους».
Σύμφωνα με την παραπάνω άποψη, η στρατηγική αυτή προϋποθέτει την μεγάλης κλίμακας κατεδάφιση κτιρίων που έχουν κλείσει τον «φυσιολογικό» κύκλο της ζωής τους. «Πρέπει να αναβαθμίσουμε το κτιριακό απόθεμα λαμβάνοντας υπόψη ότι ο χρόνος εξάντλησης της ζωής των κτιρίων από οπλισμένο σκυρόδερμα ολοένα και πλησιάζει. Βρισκόμαστε ένα βήμα πριν την υποχρέωση κατεδάφισης των πρώτων προβληματικών πολυκατοικιών» (Νέα, 29/2/2012).

Το πρόσχημα της διάρκειας ζωής του σκυροδέματος
Ο κ. Σηφουνάκης προφανώς κάνει χρήση μιας τρέχουσας άποψης για τη διάρκεια ζωής των κτιρίων από σκυρόδεμα, η οποία όμως δεν μπορεί να γενικευθεί. Η ανθεκτικότητα μιας κατασκευής δεν εξαρτάται μόνο από το υλικό, αλλά και την ποιότητα της κατασκευής, την χρήση, την συντήρηση των κτιρίων κλπ.  Η διεθνής μάλιστα εμπειρία από την κατεδάφιση ανάλογων κτιρίων, αποδεικνύει  πως συχνά δεν γίνεται για τεχνικούς λόγους, αλλά για λόγους κοινωνικής δυσλειτουργίας της πόλης, με χαρακτηριστικό το παράδειγμα των προαστίων του Παρισιού, όπου κτίρια 20 μόλις ετών κρίθηκαν αναγκαίο να κατεδαφιστούν.

Από την κοινωνική στην επιχειρηματική πολεοδομία
Μετά το 1945, το πρόσφατο τραύμα από την αποτυχία της καθολικής ουτοπίας του μεσοπολέμου στην Ευρώπη, έδωσε τελικά το προβάδισμα στην επιχειρηματική διάσταση της πόλης και στην σταδιακή εγκατάλειψη της κοινωνικής πολεοδομίας. Αυτή η λογική βρήκε πρόσφορο έδαφος στην νέα πατρίδα του μοντερνισμού, την Αμερική. Ας μην ξεχνάμε πως η Αμερική βιώθηκε σαν την παρθένα γη, όπου μπορείς να ξαναρχίσεις την ιστορία από το μηδέν, όπου η «καινοτομία» είναι αξία και έκφραση μιας συνεχούς αντίστασης  εναντίον του παρελθόντος. Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, οι ουρανοξύστες λειτούργησαν ως μοντέλο ανοικοδόμησης μιας ολόκληρης πόλης.
Σήμερα το μοντέλο της επιχειρηματικής πόλης, με επίκεντρο τα ψηλά κτίρια υψηλής τεχνολογίας, επεκτείνεται με ταχύτατους ρυθμούς στις αναδυόμενες παγκόσμιες μητροπόλεις (από το Πεκίνο μέχρι το Ντουμπάι), συμπαρασύροντας σαν «τσουνάμι» όλες τις τοπικές ιδιαιτερότητες.
Από την δεκαετία του ’80, στον ευρωπαϊκό χώρο αναπτύσσονται γόνιμες απόψεις και εφαρμογές, οι οποίες αντιτάσσουν στο αμερικανικό μοντέλο της καθ’ ύψος οικοδόμησης, το μοντέλο της αστικής πυκνότητας και της ανάμιξης των χρήσεων που χαρακτήριζαν την παλιά ευρωπαϊκή πόλη, όπως επίσης και τον ευμετάβολο, από κάθε άποψη, χαρακτήρα της «απρόβλεπτης πόλης».

Η Ευρωπαϊκή εξαίρεση
Παρά το ότι ο Le Corbusier ήταν από τους πρώτους ευρωπαίους που υπερασπίστηκε την αισθητική της μηχανής και την ιδέα του ουρανοξύστη, ποτέ στην Ευρώπη δεν έγινε μαζική ανοικοδόμηση ουρανοξυστών. Το ρεύμα σκεπτικισμού γύρω από  τα ψηλά κτίρια παρακολουθεί σήμερα με σοβαρό κριτικό αντίλογο την παγκόσμια γενίκευση των ουρανοξυστών, που διαφοροποιείται ακόμη και από το αμερικανικό μοντέλο. Η πρώτη κάθετη ανοικοδόμηση των αμερικανικών πόλεων (Σικάγο, Ν.Υόρκη κλπ) εμπεριείχε σ’ ένα βαθμό τα ψήγματα της κοινωνικής πολεοδομίας, εργαζόταν δηλαδή με την έννοια της αστικής πυκνότητας. Οι παλιοί ουρανοξύστες Art Deco, με την χωροθέτηση τους, αλλά και με την διαμόρφωση μιας διαφορετικής όψης στο επίπεδο του δρόμου, φρόντιζαν να δημιουργήσουν την οικειότητα και την φυσικότητα των κοινωνικών αποστάσεων, εναρμόνιζαν το κτίριο με τα περιβάλλοντα κτίρια, διατηρούσαν ένα χαρακτήρα «πολιτισμένο», στοιχεία που σήμερα έχουν πλήρως εγκαταλειφθεί.

Ελληνική περιχαράκωση
Τις τελευταίες δεκαετίες η Ελλάδα φαίνεται να μην παρακολουθεί τον παραπάνω προβληματισμό. Προηγήθηκε μια περίοδος, όπου κυριάρχησε  ένα είδος υβριδικής και ανεπεξέργαστης  σκέψης, που εκφράστηκε κατ’ εξοχήν με μια μιντιακή γλώσσα «θανάτου του κοινωνικού». Εξιδανίκευσε την εικόνα μιας Αθήνας-Μητρόπολης σε σαθρές βάσεις, όπως αποδεικνύει το πρόβλημα του κέντρου (και όχι μόνο), με ευθύνη κατ’εξοχήν της πολιτείας, αλλά και των ειδικών επιστημόνων (αρχιτεκτόνων κλπ), οι οποίοι όπως επισημαίνει ο αρχιτέκτονας Renzo Piano, πάσχουν συχνά από ένα είδος μεγαλομανίας, που τους κάνει να ξεχνούν ότι η αρχιτεκτονική είναι μια τέχνη με απαιτήσεις υψηλής τεχνογνωσίας σήμερα και ταυτόχρονα έντονα «μολυσμένη» (με την καλή έννοια του όρου) από την ζωή και την κοινωνία.
Τελικά η Ελλάδα παρέμεινε μακριά από την αυτογνωσία για το παρελθόν της και την δική της πραγματικότητα.

Η αντίσταση του Αθηναϊκού Τοπίου
Σήμερα λοιπόν, πάνω σ’ αυτό το ελλειμματικό υπόστρωμα,  ο νέος ΓΟΚ (και όχι μόνο) εισάγει το μοντέλο μιας πόλης, που παραπαίει ανάμεσα σ’ ένα παλιό αποτυχημένο ευρωπαϊκό μοντέλο και στο επίκαιρο «αμερικανικό» της επιχειρηματικής πόλης, μέρος του οποίου αποτελούν και οι «μικροί ουρανοξύστες».
Το τοπίο της Αθήνας, παρά την ανοικοδόμηση του, παραμένει έντονα προσδιορισμένο από την φυσική μορφολογία ποικίλων προεξοχών (βουνά και λόφοι), που κατεβαίνουν με την μορφή  πτυχώσεων προς την θάλασσα και είναι τα μόνα εναπομείναντα σημάδια της αρχαίας τοπογραφίας της. Πρόκειται για μια άλλη πραγματικότητα, βαθιά ασύμβατη με τα πολύ ψηλά κτίρια, που θα έπρεπε να κάνει σκεπτικούς όσους υποστηρίζουν την στρατηγική της καθ’ ύψος ανάπτυξης. Η Ελλάδα πάνω σ’ αυτό το θέμα διαθέτει σημαντικότατες παρεμβάσεις των αρχιτεκτόνων της σε μια ριζοσπαστική κατεύθυνση (πχ. Δ.Πικιώνη, «Γαίας Ατίμωσις», 1954), που σήμερα γίνεται διεθνώς επίκαιρη.

Έκθεση συντονισμένη  με τον νέο ΓΟΚ
Συντονισμένη με τον νέο ΓΟΚ φαίνεται να είναι και η έκθεση «Πληθοδομές» (αρχιτέκτων Ζ.Κοτιώνης, επιμέλεια Γ.Τζιρτζιλάκης - Μουσείο Μπενάκη / Πειραιώς), η οποία επίσης προβάλλει την ιδέα του «ουρανοξύστη», ως την «πολυκατοικία του μέλλοντος» για την Αθήνα. Η θεωρητική σύνδεση αυτής της ιδέας με την πολιτική θεωρία των Michael Hardt και Antonio Negri («Πλήθος. Πόλεμος και δημοκρατία στην εποχή της Αυτοκρατορίας»), μοιάζει μάλλον ρητορική (και όχι ιδιαιτέρως πειστική).
Και σ΄αυτή την  περίπτωση, η καθ’ ύψος ανάπτυξη της πόλης θεμελιώνεται στο επιχείρημα  της αναγκαίας απελευθέρωσης του εδάφους. «Έχουμε κάνει μια υπόθεση, διατυπώνοντας την άποψη πως βασικές αλλαγές στον ΓΟΚ θα μπορούσαν να συντελέσουν στην αναζήτηση νέων τύπων κατοικίας και δόμησης ακόμα και στο κέντρο της Αθήνας. Για παράδειγμα, αν διπλασιάζαμε τα ύψη διατηρώντας τον ίδιο συντελεστή δόμησης θα μπορούσαμε να απελευθερώσουμε πολύτιμο έδαφος ακόμα και στο κέντρο της πόλης» (Ζ.Κοτιώνης, Καθημερινή 5/2/2012). Αυτή η απελευθέρωση μάλιστα, σύμφωνα με την παραπάνω άποψη, θα  μπορούσε να οδηγήσει στην αξιοποίηση του εδάφους για «αστικές καλλιέργειες και αγροτική παραγωγή» στην πόλη.
Η προοπτική αυτή τεκμηριώνεται  με την τελευταία οικονομική κρίση, που οδηγεί στο μαζικό κλείσιμο των μικρών εμπορικών καταστημάτων της Αθήνας και άρα απελευθερώνει τα ισόγεια των κτιρίων, σε όφελος ενός εκτεταμένου πράσινου δημόσιου χώρου.

Ιστορία μίας αποτυχίας
Θα υπενθυμίσουμε πως από τους πρώτους που εξέτασαν την  παραπάνω σχέση των ψηλών κτιρίων με την απελευθέρωση του εδάφους ήταν ο Le Corbusier , πράγμα το οποίο δείχνει ότι ο εντυπωσιασμός με τα κτίρια τα οποία υψώνονται κατακόρυφα «μέσα σ’ ένα δάσος πρασίνου», δεν είναι κάτι καινούργιο, όπως άλλωστε και η πεποίθηση, διαδεδομένη εκείνη την εποχή, ότι η αρχιτεκτονική θα μπορούσε  να «ανατρέψει» ή και να επιβάλλει τον τρόπο ζωής των κατοίκων στο φυσικό, οικονομικό και πνευματικό επίπεδο.
Το 1925, ο Le Corbusier επεξεργάστηκε  ένα τεράστιο σχέδιο αστικής ανανέωσης  για το κέντρο του Παρισιού («Plan Voisin»), που προέβλεπε μαζικές κατεδαφίσεις των παλιών μεσαιωνικών συνοικιών  και αντικατάσταση τους με συγκροτήματα μικρών ουρανοξυστών, το οποίο υποστήριξε οικονομικά  η κατασκευαστική εταιρεία αεροπλάνων και αυτοκινήτων Voisin. Ευτυχώς δεν εφαρμόστηκε!
Το πολεοδομικό μοντέλο του Le Corbusier όμως εφαρμόστηκε εκτεταμένα στα προάστια του Παρισιού κλπ. Κρίθηκε αποτυχημένο και σημαδεύτηκε από τις πρώτες κατεδαφίσεις, ήδη από την δεκαετία του ’80.


Σχέδιο του Le Corbusier για την ανοικοδόμηση του κέντρου του Παρισιού («Plan Voisin»,1925)'

Ευρωπαϊκή αντίστιξη
Σε αντίστιξη με το παραπάνω αποτυχημένο μοντέλο, παραθέτουμε ένα ενδιαφέρον παράδειγμα (μεταξύ άλλων) από τον ευρωπαϊκό χώρο, που αφορά πυκνοκατοικημένες περιοχές, ανάλογες με αυτές της Αθήνας. Ο Πορτογάλος αρχιτέκτονας Alvaro Siza, κλήθηκε να αποκαταστήσει ένα μεγάλο τμήμα της ιστορικής συνοικίας Chiado στη Λισσαβόνα, ύστερα από μια πυρκαγιά το 1988. Μετά από εξαντλητική έρευνα στα παλιά σχέδια και την πολεοδομική μελέτη της περιοχής, και τις διαβουλεύσεις με τους ενδιαφερόμενους, ο αρχιτέκτονας κατέληξε σε μια μελέτη, που ενώ διατηρούσε τις όψεις των κτιρίων ως όφειλε, σχεδίαζε τις δομές των οικοδομικών τετραγώνων, ενώ ο σχεδιασμός των επί μέρους κτιρίων αφέθηκε στους ιδιοκτήτες και τους αρχιτέκτονές τους. Έκανε αλλαγές στη χρήση που επρόκειτο να οδηγήσουν σε αύξηση των κατοίκων κατά 30%. Μερικές από αυτές ήταν η μείωση του βάθους της οικοδομής και η ανανέωση των μεγάλων και μικρών εσωτερικών αυλών, καθώς και η κυκλοφορία ανάμεσα σ’ αυτές και στον δρόμο, με στόχο να δημιουργηθούν καλές προϋποθέσεις για μερική χρήση κατοικίας. Ο Siza πίστευε στην επιστροφή των κατοίκων στο κέντρο και δεν διαψεύστηκε.
Ο παλιός ΓΟΚ ως γνωστόν, είχε προβλέψει εργαλεία για την ανανέωση μιας πυκνοκατοικημένης πόλης, αυξάνοντας το πράσινο και παράλληλα διασφαλίζοντας την αστική πυκνότητα, την μίξη των χρήσεων και την συνοχή  του  κοινωνικού ιστού της πόλης. Το ενεργό οικοδομικό τετράγωνο και η ενοποίηση των ακαλύπτων χώρων, ήταν ένα από τα πολλά εργαλεία που δεν ετέθησαν ποτέ σε εφαρμογή.
Αντί των ισοπεδωτικών νομοθετικών ρυθμίσεων, θα ήταν πιο εποικοδομητικός (και δημοκρατικός τελικά) ο διάλογος και η δράση από κοινού, σε κατευθύνσεις  όπως η παραπάνω. Έτσι θα προκύψει απάντηση και στο ερώτημα της πολυσυζητημένης ανάπτυξης, χωρίς να αποσυνδέεται από το ερώτημα της πόλης…

Φωτεινή  Μαργαρίτη (F/M)
 


.